

Συνοριακοί
του Zαν Πορτάντ
Εισαγωγή (αποσπάσματα)
της Μαρίας Παπαδήμα
.... Ο Ζαν Πορτάντ είναι χωρίς αμφιβολία ο πλέον γνωστός και πολυμεταφρασμένος Λουξεμβουργιανός συγγραφέας γαλλικής γλώσσας. Το έργο του αριθμεί σαράντα και πλέον τίτλους (ποίηση, μυθιστόρημα, δοκίμιο, θέατρο) και έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, στη Γαλλία με τα βραβεία
.Grand Prix d’automne de la Société des gens de lettres για το σύνολο του έργου του, καθώς και με το .Prix Mallarmé (2003), ενώ στο Λουξεμβούργο έχει αποσπάσει δυο φορές το .Prix Servais. (1994, 2016) και το 2011 τη μεγαλύτερη διάκριση, το κρατικό βραβείο (.Prix national.). Στη Γαλλία είναι μέλος της Académie Mallarmé και της κριτικής επιτροπής του Prix Apollinaire, ενώ στο Λουξεμβούργο είναι μέλος του Institut du Grand Ducal.
....
Στα σύνορα της ποίησης, της πρόζας και του θεάτρου, πρωτότυπο εν τη γενέσει του, ευρηματική συμπύκνωση όλου του έργου του Πορτάντ, το κείμενο αυτό, του οποίου το σώμα χωρίζεται συστηματικά με καθέτους, δύσκολα μπορεί να χωρέσει σε μία και μόνο κατηγορία. Ο ίδιος ο συγγραφέας του εξομολογείται: «Αυτό το βιβλίο είναι τρία σε ένα […]. Ναι, ήθελα να κάνω ένα βιβλίο ανάμεσα στους ανθρώπους, χωρίς σύνορα, γιατί αυτό είναι το θέμα του βιβλίου, και το βιβλίο το ίδιο με τη μορφή του καταργεί τα σύνορα γιατί είναι ταυτόχρονα ένα μακρύ ποίημα, αλλά
μπορεί επίσης να διαβαστεί σαν ένα μυθιστόρημα με τους χαρακτήρες του ή σαν θεατρικό έργο. Άλλωστε παίχτηκε στο Λουξεμβούργο. Αν δεν είχα βάλει τις καθέτους, δεν θα αντιλαμβανόμασταν ότι πρόκειται επίσης για ποίημα. Οι κάθετοι οριοθετούν τους στίχους. Ορισμένοι στίχοι είναι
πιο εκτενείς και άλλοι λιγότερο. Στους Συνοριακούς, υπολόγισα τον ρυθμό με βάση την αναπνοή μου, και βάζω μια κάθετο όταν δεν έχω πια ανάσα. Ιδού, πάνω κάτω πώς προέκυψε η κάθετος στο κείμενο».
Η θεατρική φύση του κειμένου οδήγησε πράγματι την ίδια χρονιά της έκδοσής του στην παράσταση. Το έργο ανέβηκε στη σκηνή για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2021 στο Théâtre National du Luxembourg και εξακολουθεί να παίζεται σε διάφορες σκηνές (Avignon off το 2022, σε περι-
οδεία στη Γαλλία το 2023 κλπ). Η σκηνοθεσία είναι του Φρανκ Χοφμάν (Frank Hoffmann), ενώ τον ποιητικό αυτόν μονόλογο αναλαμβάνει ο πολυτάλαντος ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου, Ζακ Μποναφέ (Jacques Bonnaffé), θιασώτης επίσης της ποίησης με την καθημερινή
εκπομπή του Jacques Bonnaffé lit la poésie (France Culture, 2015-2019).
* * * * * * * * *
Ομιλία των μεταφραστριών p.ol.i.s.e.m.m.i.c
Σοφίας Σαββουλίδου (s) και Ματίνας Τσιμπόγλου (m)
στην παρουσίαση του βιβλίου
στην Αθήνα 10 Ιουνίου 2026
Το φθινόπωρο του 2024, ενώ διανύαμε το τρίτο εξάμηνο των μεταπτυχιακών μας σπουδών, η καθηγήτρια Μαρία Παπαδήμα μάς μίλησε για μια λογοτεχνική ανακάλυψη που είχε κάνει. Σε μια περιπλάνησή της στο Λουξεμβούργο, είχε εντοπίσει έναν ιδιαίτερο ποιητικό θεατρικό μονόλογο που έφερε τον τίτλο Frontalier, το οποίο πρότεινε να μεταφράσουμε συνεργατικά σε ένα εθελοντικό εργαστήρι. Εκείνη θα αναλάμβανε την εποπτεία και την καθοδήγηση της ομάδας και απώτερος στόχος θα ήταν να δοθεί μια επαγγελματική προοπτική με την έκδοση του έργου. Στην πρότασή της ανταποκριθήκαμε έξι φοιτήτριες και ένας φοιτητής του Μεταπτυχιακού και μια υποψήφια διδάκτορας του τμήματος της Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.
Τα εννιά μέλη της ομάδας μας ήταν άτομα διαφορετικών ηλικιών, με διαφορετικές αφετηρίες, προσλαμβάνουσες και ακαδημαϊκές και επαγγελματικές διαδρομές. Οι οκτώ φοιτητές μέσα από την κοινή πορεία στις μεταφραστικές σπουδές, με τους ίδιους δασκάλους, είχαμε αναπτύξει πλέον κοινό κώδικα επικοινωνίας και αντίληψης της μεταφραστικής διαδικασίας και παράλληλα είχαμε καλλιεργήσει τον σεβασμό ο ένας για τη μεταφραστική ιδιοσυγκρασία του άλλου. Επιπλέον, οι προτεραιότητες των περισσότερων, ειδικά εκείνη την περίοδο, συντονίζονταν αρκετά: έπρεπε να γράψουμε τις διπλωματικές μας.
Στα μαθήματα μετάφρασης γαλλόφωνης λογοτεχνίας και δοκιμίου που είχαμε παρακολουθήσει, η μεταφραστική διαδικασία οδηγούσε σε κείμενα που έφεραν την προσωπική σφραγίδα κάθε φοιτητή. Στην τάξη συζητούσαμε τα πρωτότυπα κείμενα και παρουσιάζαμε τις μεταφραστικές μας επιλογές. Παρόλα αυτά, ο καθένας διαμόρφωνε τελικά τη δική του εκδοχή, ενσωματώνοντας τις αλλαγές που θεωρούσε κατάλληλες για το δικό του κείμενο. Έτσι, η διαφορετικότητα των συμμετεχόντων αποτυπωνόταν σε εναλλακτικές αναγνώσεις, διαφορετικές λεξιλογικές και υφολογικές επιλογές και εν τέλει στις πολλαπλές αποδόσεις του ίδιου κειμένου.
Τώρα, στην ομάδα του Frontalier, το ζητούμενο ήταν να αξιοποιήσουμε αυτήν τη διαφορετικότητα ώστε να φωτιστεί πολυπρισματικά το ιδιαίτερο πολυφωνικό έργο που είχαμε να μεταφράσουμε. Στόχος ήταν να ενισχύσουμε την αποκωδικοποίησή του, να διευρύνουμε το πεδίο προσέγγισής του και να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο κείμενο που θα σέβεται επιπλέον τις συμβάσεις και τις ιδιαιτερότητες του πρωτοτύπου.
Οι συναντήσεις μας θα ήταν εβδομαδιαίες και υποχρεωτικές για όλους. Πριν ξεκινήσουμε τη μετάφραση, συμφωνήσαμε να παρακολουθήσουμε όλοι τη θεατρική παράσταση του έργου με τον ηθοποιό Jacques Bonnaffé, διαθέσιμη στο Youtube, και φυσικά να διαβάσουμε το σύνολο του κειμένου προκειμένου να έχουμε ενεργητική συμμετοχή σε όλες τις συναντήσεις. Το άτυπο πρωτόκολλο συνεργασίας καθορίστηκε εξαρχής και το κείμενο χωρίστηκε σε οκτώ μέρη. Ο καθένας θα παρουσίαζε προς συζήτηση στην ομάδα τη μετάφραση του αποσπάσματος που είχε αναλάβει και οι υπόλοιποι θα πρότειναν τις ιδέες τους σε δύσκολα ή αμφίσημα σημεία. Η τελική απόφαση θα λαμβανόταν με βάση τη γνώμη της πλειοψηφίας. Ο εισηγητής κάθε αποσπάσματος θα έπρεπε να σημειώνει τις τελικές ή επικρατέστερες επιλογές και να κοινοποιεί σε όλους το τελικό κείμενο για να λαμβάνεται υπόψη στη μετάφραση των επόμενων αποσπασμάτων.
Στο μετάφρασμά μας επιδίωξή μας ήταν να μεταφέρουμε την ιδιαίτερη ποιητικότητα του γαλλικού κειμένου στην ελληνική γλώσσα: να μη χάσουμε τις παρηχήσεις που χαρακτηρίζουν το κείμενο, «personne ne barre la route/personne ne baisse la barrière/ ah que de routes barrées», αλλά και τις συχνές συνηχήσεις του, «à la surface tout est lisse / même sur l'écran de la télé tout est lisse / lisse comme Ulysse», να διατηρήσουμε τις πάντα σημαντικές επαναλήψεις λέξεων και φράσεων, «Hagondange Knutange / anges anges / mais il y a le démon de Cattenom / anges anges», να αποδώσουμε τα λογοπαίγνια «et quand ce n'est pas un mur c'est la mer / une simple voyelle change / mur mer» και να ακολουθήσουμε τη στίξη που είχε ορίσει ο συγγραφέας, με αυτόν τον ιδιότυπο χωρισμό των στίχων με καθέτους που ακολουθεί τη δική του αναπνοή.
Στις δέκα δια ζώσης συναντήσεις μας, από τα τέλη Ιανουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου του 2025 ολοκληρώθηκε το στάδιο της μετάφρασης. Ο Πολυζώης ανέλαβε να οργανώσει το κείμενο με τρόπο ώστε να εντοπίζουμε άμεσα τις επαναλήψεις. Η ερμηνεία του Bonnaffé φώτισε ορισμένα σημεία που μας φαίνονταν ασαφή. Η Ιουλία, ως ηθοποιός, μας υπενθύμιζε συχνά την παραστατική διάσταση του κειμένου, δίνοντας σημασία στην εκφορά του λόγου. Η συνέπεια όλων έδωσε τον ρυθμό που απαιτεί μια πραγματική μεταφραστική εργασία, εκτός ακαδημαϊκού πλαισίου.
Οι λέξεις και οι φράσεις ενεργοποιούσαν συνειρμούς, αποκαλύπτοντας τις διαφορετικές διαδρομές ανάγνωσης που ακολουθούσε κάθε μέλος της ομάδας. Έτσι, το «μπαλόνι που γλιστρά από τα χέρια ενός παιδιού» οδήγησε την Εύα συνειρμικά στην ταινία Le Ballon rouge. Οι ξιφολόγχες ανέσυραν στη μνήμη της κ. Παπαδήμα τη φρίκη που περιγράφει ο António Lobo Antunes στο έργο του Όταν οι πέτρες γίνουν ελαφρύτερες από το νερό. H φράση ambulante la frontière («περιφερόμενα σύνορα») οδήγησε τον Πολυζώη σε έναν διάλογο με την ελληνική ποίηση, φέρνοντας στον νου τον «ασθενοφόρο ήχο» του Ελύτη και τον «ασθενοφόρο πόνο» της Δημουλά. Το κάρβουνο που «σκόρπιζε αιθάλη στον αέρα», τα φουγάρα και οι υψικάμινοι ανακαλούσαν προσωπικές μνήμες στη Σοφία και τη Ματίνα. Οι σκέψεις και οι αναφορές αυτές, αλλά και άλλες πολλές, που η ομαδική μετάφραση έδινε τον χώρο και την ελευθερία να διατυπωθούν μεγαλόφωνα, εμπλούτισαν την οπτική και την προσέγγισή μας σε κάθε λέξη και τη σημασία της, και διεύρυναν τον ορίζοντα ερμηνείας του κειμένου και την οπτική όλων.
Οι συζητήσεις μας περιστρέφονταν γύρω από μεταφραστικά ζητήματα που αντιστέκονταν στις εύκολες λύσεις, όπως η πολύσημη προσωπική αντωνυμία «on» ή η χρήση των απαρεμφάτων. Στις διαφωνίες και τις διαφορετικές προσεγγίσεις που υπήρξαν, συνήθως, η λύση προέκυπτε από τη σύνθεση των ιδεών μας: μια πρόταση που φαινόταν ημιτελής στα χέρια ενός μέλους ολοκληρωνόταν χάρη σε μια λέξη ή μια παρατήρηση κάποιου άλλου. Έτσι βιώναμε στην πράξη αυτό που η κυρία Παπαδήμα είχε επισημάνει πολύ εύστοχα: «η λέξη που λείπει σε κάποιον, περισσεύει σε κάποιον άλλον».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφορετικής οπτικής που έφερνε κάθε μέλος της ομάδας είναι ένα χωρίο που βασιζόταν σε ένα σχεδόν μη μεταφράσιμο λογοπαίγνιο με τις λέξεις mot και mort (λέξη και θάνατος), στην πρόταση « avec des mots errant vers l'essoufflement / entre mot et mort erre une consonne essoufflante / »
Στην περίπτωση αυτή φάνηκε καθαρά ότι καθένας μας προσέγγιζε το κείμενο από διαφορετική αφετηρία.
Ο Πολυζώης προσπάθησε να διατηρήσει την υλικότητα του κειμένου και τη σύνδεσή του με τον θάνατο, προτείνοντας τη λέξη «ρόγχος», ενώ παράλληλα ανέδειξε πιθανές φιλοσοφικές και διακειμενικές συνδέσεις του αποσπάσματος. Η Εύα κινήθηκε πιο δημιουργικά, αναζητώντας νέα λογοπαίγνια στα ελληνικά, με προτάσεις όπως «λέξη και λήξη» ή «αναπνοή και εκπνοή». Η Χριστίνα έδωσε έμφαση στη σημασιολογική συγγένεια των λέξεων, προτείνοντας τη σύνδεση «λέξη και λήθη». Η Παναγιώτα επέλεξε μια προσέγγιση πιο πιστή στο πρωτότυπο, μένοντας κοντά στη σύνταξη και στις εικόνες του. Η Ματίνα αναζήτησε λύσεις που διατηρούσαν την ποιητικότητα και τον ρυθμό του στίχου, ενώ η Σοφία προσπάθησε να μεταφέρει την ιδέα της εύθραυστης μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο μέσω της εικόνας της πνοής.
Καμία από τις επιμέρους προτάσεις δεν έλυνε από μόνη της όλα τα προβλήματα του αποσπάσματος. Η προσωρινή λύση «με λέξεις που περιπλανώνται πριν εκπνεύσουν / ανάμεσα στις λέξεις /και το θάνατο μια πνοή πλανάται» διαμορφώθηκε μέσα από τη συζήτηση, αλλά η τελική λύση δόθηκε αρκετά αργότερα από την Ιωάννα που εξ ανάγκης είχε πιο αποστασιοποιημένη οπτική.
«με λέξεις που περιπλανώνται προς την τελευταία τους πνοή/ανάμεσα στις λέξεις πλανάται το θήτα του θανάτου»
Στη λύση που δόθηκε συνδυάζονται στοιχεία από διαφορετικές προσεγγίσεις: διατηρείται η αναφορά στον θάνατο, αξιοποιείται το γράμμα θήτα ως ηχητικό και οπτικό ισοδύναμο του γαλλικού συμφώνου και επιτρέπεται στο λογοπαίγνιο να λειτουργήσει μέσα στα όρια της ελληνικής γλώσσας.
Ο Frontalier γινόταν Συνοριακοί, κι εμείς δουλεύαμε δίπλα σε έναν άνθρωπο που ξέρει ακριβώς τι κάνει όταν μεταφράζει και που αγαπάει να διδάσκει. Διδαχθήκαμε και ο ένας από τον άλλο. Ζήσαμε τη διαπροσωπική επικοινωνία της ομάδας σε μια από τις καλύτερες και πιο αναζωογονητικές της όψεις και όλες και όλοι παίρναμε δύναμη από αυτή τη μετάφραση. Κρατούσε στην καθημερινότητά μας την αγάπη μας για τη μετάφραση και την ομορφιά της.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, οι εβδομάδες πέρασαν, η μετάφραση ολοκληρώθηκε, οι διπλωματικές προχωρούσαν και το καλοκαίρι έγινε, με ανταλλαγές email αυτή τη φορά, η πρώτη επιμέλεια ολόκληρου του κειμένου. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2025 η κυρία Παπαδήμα και η Ιωάννα έκαναν την τελική επιμέλεια, ο Πολυζώης σκέφτηκε το όνομα της ομάδας: p.ol.i.s.e.m.m.i.c. και μας πρόσφερε μια ομαδική ταυτότητα και η κυρία Παπαδήμα, μετά από συζήτηση με τον κύριο Πορτάντ, κατέληξε στον τίτλο του βιβλίου.
Τον Οκτώβριο πήραμε στα χέρια μας ένα βιβλίο που μας εντυπωσίασε από την πρώτη ματιά και που αγαπούσαμε έτσι κι αλλιώς για πολλούς λόγους. Για τους περισσότερους ήταν η πρώτη μας μετάφραση τυπωμένη σε βιβλίο, για όλους ήταν το αποτέλεσμα μιας όμορφης διαδρομής και μιας εμπειρίας που θα θυμόμαστε με χαρά, ευγνωμοσύνη και περηφάνια, όχι απαραίτητα για τη μετάφραση που κάναμε - αυτή ελπίζουμε να κριθεί από τους αναγνώστες της - αλλά για αυτούς τους εννιά εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους που συνυπήρξαν, ζυμώθηκαν και έφεραν τον Frontalier «σε αυτή τη μεριά των συνόρων» για να γίνει Οι Συνοριακοί.
Σοφία Σαββουλίδου – Ματίνα Τσιμπόγλου
Σε δεύτερο χρόνο…
Στον καθένα από εμάς οι Συνοριακοί άγγιξαν κάτι διαφορετικό. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας κάποιους δικούς μου συνειρμούς.
Πριν από περισσότερο από ένα χρόνο, όταν επεξεργαζόμασταν τη σελίδα 29 του Frontalier, υπήρχε μια πρόταση, λίγες λέξεις που έπεσαν σαν βότσαλο μέσα στο μυαλό μου, και έκαναν κυματάκια που μου έλεγαν ότι κάτι πολύ δικό μου έπρεπε να θυμηθώ.
Ήταν αυτό το απόσπασμα: «Rien ne me retient ici / comme si j'étais un étranger et je suis un étranger / étranger par filiation / étranger par procuration /» και συγκεκριμένα το «comme si j’étais un étranger et je suis un étranger», «σαν να ήμουν ξένος και είμαι ξένος». Θυμάμαι ότι άκουγα τις μεταφραστικές προτάσεις των υπολοίπων για αυτό το πολύ απλό σημείο και εγώ είχα κολλήσει και δυσκολευόμουν να προχωρήσω παρακάτω. Μερικούς μήνες αργότερα εμφανίστηκε η πρώτη άγκυρα:
Κ.Π. Καβάφης, «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.»
[...]
Κι εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Αόριστα, αισθάνομουν
σαν να ’φευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
«Να ’το», σκέφτηκα, «αυτό μου θύμιζε! “Ξένος εγώ, ξένος πολύ”». Αλλά πάλι συνέχιζαν τα κυματάκια…
Πέρασε ένας χρόνος, ήρθε το Πάσχα του 2026 και τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Ιωσήφ έλεγε στον Πιλάτο για να του ζητήσει το σώμα του Ιησού:
Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον.
«Εντάξει», είπα, «αυτό έλειπε φαίνεται!» και έκλεισα το κεφάλαιο στο μυαλό μου, με μια μικρή επιφύλαξη ότι πάλι, κάτι ακόμη υπήρχε…
Πριν από λίγες εβδομάδες, προετοιμάζοντας την παρουσίαση των Συνοριακών για μια ημερίδα στο Πανεπιστήμιο και ενώ παράλληλα διόρθωνα ένα βιβλίο με παραδοσιακά τραγούδια από την Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας, ήρθε το τελευταίο κομμάτι:
Ξένος εδώ, ξένος κι εκεί, κι όπου κι αν πάω ξένος,
μ’ αν πάω και στον τόπο μου, κι εκεί ξενιτεμένος.
Δίστιχο παραδοσιακό, διαδεδομένο σε διάφορες παραλλαγές σε όλο τον ελληνικό κόσμο, το οποίο, στο δικό μου το μυαλό, ολοκλήρωσε και συνόψισε το ταξίδι μου με τον ξένο του Πορτάντ. Είχε κλείσει ο δικός μου κύκλος…
Σχεδόν για ένα χρόνο, αυτό το κείμενο και αυτή η εμπειρία δούλευε και περίμενε. Διότι αυτά που ο Πορτάντ έγραψε και αυτά που η ομάδα έδωσε διασχίζουν πράγματι τα στρώματα του χρόνου και τους κόσμους, αφορούν όλους τους ανθρώπους, όλα τα περιβάλλοντα, όλα τα πλαίσια. Είναι η εμπειρία και το βίωμα όλων των μεταναστών, των προσφύγων, των εργατών που λιώνουν σε στοές και καμίνια, των υπαλλήλων που ξοδεύονται σε ατέλειωτες ουρές αυτοκινήτων, των παιδιών που φεύγουν για «αλλού» και δεν χρειάζονται πια τόπο και των παιδιών που έζησαν έτσι που κανένας τόπος δεν τους φτάνει κατά βάθος, και κανένας χρόνος.
Κι όμως, ο Αινείας τελικά έφτασε. Εμείς όλοι, παιδιά και εγγόνια μεταναστών και προσφύγων και εργατών και ανθρώπων που έζησαν τον πόλεμο, εργαζόμενοι οι ίδιοι, κολλημένοι στην κίνηση κάθε μέρα, περνάμε τα σύνορα των χωρών και των χρόνων και ταξιδεύουμε ακόμη, όλοι μαζί. Όπως τα πρόσωπα και οι φωνές του Frontalier που συνεχίζουν, και βρέθηκαν να μιλάνε εκτός από τις γλώσσες της συκιάς, της αμυγδαλιάς και της μηλιάς και τη γλώσσα της ελιάς, στη χώρα των Συνοριακών.
Ματίνα Τσιμπόγλου