

Συνοριακοί
του Zαν Πορτάντ
Εισαγωγή (αποσπάσματα)
της Μαρίας Παπαδήμα
.... Ο Ζαν Πορτάντ είναι χωρίς αμφιβολία ο πλέον γνωστός και πολυμεταφρασμένος Λουξεμβουργιανός συγγραφέας γαλλικής γλώσσας. Το έργο του αριθμεί σαράντα και πλέον τίτλους (ποίηση, μυθιστόρημα, δοκίμιο, θέατρο) και έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, στη Γαλλία με τα βραβεία
.Grand Prix d’automne de la Société des gens de lettres για το σύνολο του έργου του, καθώς και με το .Prix Mallarmé (2003), ενώ στο Λουξεμβούργο έχει αποσπάσει δυο φορές το .Prix Servais. (1994, 2016) και το 2011 τη μεγαλύτερη διάκριση, το κρατικό βραβείο (.Prix national.). Στη Γαλλία είναι μέλος της Académie Mallarmé και της κριτικής επιτροπής του Prix Apollinaire, ενώ στο Λουξεμβούργο είναι μέλος του Institut du Grand Ducal.
....
Στα σύνορα της ποίησης, της πρόζας και του θεάτρου, πρωτότυπο εν τη γενέσει του, ευρηματική συμπύκνωση όλου του έργου του Πορτάντ, το κείμενο αυτό, του οποίου το σώμα χωρίζεται συστηματικά με καθέτους, δύσκολα μπορεί να χωρέσει σε μία και μόνο κατηγορία. Ο ίδιος ο συγγραφέας του εξομολογείται: «Αυτό το βιβλίο είναι τρία σε ένα […]. Ναι, ήθελα να κάνω ένα βιβλίο ανάμεσα στους ανθρώπους, χωρίς σύνορα, γιατί αυτό είναι το θέμα του βιβλίου, και το βιβλίο το ίδιο με τη μορφή του καταργεί τα σύνορα γιατί είναι ταυτόχρονα ένα μακρύ ποίημα, αλλά
μπορεί επίσης να διαβαστεί σαν ένα μυθιστόρημα με τους χαρακτήρες του ή σαν θεατρικό έργο. Άλλωστε παίχτηκε στο Λουξεμβούργο. Αν δεν είχα βάλει τις καθέτους, δεν θα αντιλαμβανόμασταν ότι πρόκειται επίσης για ποίημα. Οι κάθετοι οριοθετούν τους στίχους. Ορισμένοι στίχοι είναι
πιο εκτενείς και άλλοι λιγότερο. Στους Συνοριακούς, υπολόγισα τον ρυθμό με βάση την αναπνοή μου, και βάζω μια κάθετο όταν δεν έχω πια ανάσα. Ιδού, πάνω κάτω πώς προέκυψε η κάθετος στο κείμενο».
Η θεατρική φύση του κειμένου οδήγησε πράγματι την ίδια χρονιά της έκδοσής του στην παράσταση. Το έργο ανέβηκε στη σκηνή για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2021 στο Théâtre National du Luxembourg και εξακολουθεί να παίζεται σε διάφορες σκηνές (Avignon off το 2022, σε περι-
οδεία στη Γαλλία το 2023 κλπ). Η σκηνοθεσία είναι του Φρανκ Χοφμάν (Frank Hoffmann), ενώ τον ποιητικό αυτόν μονόλογο αναλαμβάνει ο πολυτάλαντος ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου, Ζακ Μποναφέ (Jacques Bonnaffé), θιασώτης επίσης της ποίησης με την καθημερινή
εκπομπή του Jacques Bonnaffé lit la poésie (France Culture, 2015-2019).
* * * * * * * * *
Le texte en français suit.
Ομιλία των μεταφραστριών p.ol.i.s.e.m.m.i.c
Σοφίας Σαββουλίδου (s) και Ματίνας Τσιμπόγλου (m)
στην παρουσίαση του βιβλίου
στην Αθήνα 10 Ιουνίου 2026
Το φθινόπωρο του 2024, ενώ διανύαμε το τρίτο εξάμηνο των μεταπτυχιακών μας σπουδών, η καθηγήτρια Μαρία Παπαδήμα μάς μίλησε για μια λογοτεχνική ανακάλυψη που είχε κάνει. Σε μια περιπλάνησή της στο Λουξεμβούργο, είχε εντοπίσει έναν ιδιαίτερο ποιητικό θεατρικό μονόλογο που έφερε τον τίτλο Frontalier, το οποίο πρότεινε να μεταφράσουμε συνεργατικά σε ένα εθελοντικό εργαστήρι. Εκείνη θα αναλάμβανε την εποπτεία και την καθοδήγηση της ομάδας και απώτερος στόχος θα ήταν να δοθεί μια επαγγελματική προοπτική με την έκδοση του έργου. Στην πρότασή της ανταποκριθήκαμε έξι φοιτήτριες και ένας φοιτητής του Μεταπτυχιακού και μια υποψήφια διδάκτορας του τμήματος της Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.
Τα εννιά μέλη της ομάδας μας ήταν άτομα διαφορετικών ηλικιών, με διαφορετικές αφετηρίες, προσλαμβάνουσες και ακαδημαϊκές και επαγγελματικές διαδρομές. Οι οκτώ φοιτητές μέσα από την κοινή πορεία στις μεταφραστικές σπουδές, με τους ίδιους δασκάλους, είχαμε αναπτύξει πλέον κοινό κώδικα επικοινωνίας και αντίληψης της μεταφραστικής διαδικασίας και παράλληλα είχαμε καλλιεργήσει τον σεβασμό ο ένας για τη μεταφραστική ιδιοσυγκρασία του άλλου. Επιπλέον, οι προτεραιότητες των περισσότερων, ειδικά εκείνη την περίοδο, συντονίζονταν αρκετά: έπρεπε να γράψουμε τις διπλωματικές μας.
Στα μαθήματα μετάφρασης γαλλόφωνης λογοτεχνίας και δοκιμίου που είχαμε παρακολουθήσει, η μεταφραστική διαδικασία οδηγούσε σε κείμενα που έφεραν την προσωπική σφραγίδα κάθε φοιτητή. Στην τάξη συζητούσαμε τα πρωτότυπα κείμενα και παρουσιάζαμε τις μεταφραστικές μας επιλογές. Παρόλα αυτά, ο καθένας διαμόρφωνε τελικά τη δική του εκδοχή, ενσωματώνοντας τις αλλαγές που θεωρούσε κατάλληλες για το δικό του κείμενο. Έτσι, η διαφορετικότητα των συμμετεχόντων αποτυπωνόταν σε εναλλακτικές αναγνώσεις, διαφορετικές λεξιλογικές και υφολογικές επιλογές και εν τέλει στις πολλαπλές αποδόσεις του ίδιου κειμένου.
Τώρα, στην ομάδα του Frontalier, το ζητούμενο ήταν να αξιοποιήσουμε αυτήν τη διαφορετικότητα ώστε να φωτιστεί πολυπρισματικά το ιδιαίτερο πολυφωνικό έργο που είχαμε να μεταφράσουμε. Στόχος ήταν να ενισχύσουμε την αποκωδικοποίησή του, να διευρύνουμε το πεδίο προσέγγισής του και να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο κείμενο που θα σέβεται επιπλέον τις συμβάσεις και τις ιδιαιτερότητες του πρωτοτύπου.
Οι συναντήσεις μας θα ήταν εβδομαδιαίες και υποχρεωτικές για όλους. Πριν ξεκινήσουμε τη μετάφραση, συμφωνήσαμε να παρακολουθήσουμε όλοι τη θεατρική παράσταση του έργου με τον ηθοποιό Jacques Bonnaffé, διαθέσιμη στο Youtube, και φυσικά να διαβάσουμε το σύνολο του κειμένου προκειμένου να έχουμε ενεργητική συμμετοχή σε όλες τις συναντήσεις. Το άτυπο πρωτόκολλο συνεργασίας καθορίστηκε εξαρχής και το κείμενο χωρίστηκε σε οκτώ μέρη. Ο καθένας θα παρουσίαζε προς συζήτηση στην ομάδα τη μετάφραση του αποσπάσματος που είχε αναλάβει και οι υπόλοιποι θα πρότειναν τις ιδέες τους σε δύσκολα ή αμφίσημα σημεία. Η τελική απόφαση θα λαμβανόταν με βάση τη γνώμη της πλειοψηφίας. Ο εισηγητής κάθε αποσπάσματος θα έπρεπε να σημειώνει τις τελικές ή επικρατέστερες επιλογές και να κοινοποιεί σε όλους το τελικό κείμενο για να λαμβάνεται υπόψη στη μετάφραση των επόμενων αποσπασμάτων.
Στο μετάφρασμά μας επιδίωξή μας ήταν να μεταφέρουμε την ιδιαίτερη ποιητικότητα του γαλλικού κειμένου στην ελληνική γλώσσα: να μη χάσουμε τις παρηχήσεις που χαρακτηρίζουν το κείμενο, «personne ne barre la route/personne ne baisse la barrière/ ah que de routes barrées», αλλά και τις συχνές συνηχήσεις του, «à la surface tout est lisse / même sur l'écran de la télé tout est lisse / lisse comme Ulysse», να διατηρήσουμε τις πάντα σημαντικές επαναλήψεις λέξεων και φράσεων, «Hagondange Knutange / anges anges / mais il y a le démon de Cattenom / anges anges», να αποδώσουμε τα λογοπαίγνια «et quand ce n'est pas un mur c'est la mer / une simple voyelle change / mur mer» και να ακολουθήσουμε τη στίξη που είχε ορίσει ο συγγραφέας, με αυτόν τον ιδιότυπο χωρισμό των στίχων με καθέτους που ακολουθεί τη δική του αναπνοή.
Στις δέκα δια ζώσης συναντήσεις μας, από τα τέλη Ιανουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου του 2025 ολοκληρώθηκε το στάδιο της μετάφρασης. Ο Πολυζώης ανέλαβε να οργανώσει το κείμενο με τρόπο ώστε να εντοπίζουμε άμεσα τις επαναλήψεις. Η ερμηνεία του Bonnaffé φώτισε ορισμένα σημεία που μας φαίνονταν ασαφή. Η Ιουλία, ως ηθοποιός, μας υπενθύμιζε συχνά την παραστατική διάσταση του κειμένου, δίνοντας σημασία στην εκφορά του λόγου. Η συνέπεια όλων έδωσε τον ρυθμό που απαιτεί μια πραγματική μεταφραστική εργασία, εκτός ακαδημαϊκού πλαισίου.
Οι λέξεις και οι φράσεις ενεργοποιούσαν συνειρμούς, αποκαλύπτοντας τις διαφορετικές διαδρομές ανάγνωσης που ακολουθούσε κάθε μέλος της ομάδας. Έτσι, το «μπαλόνι που γλιστρά από τα χέρια ενός παιδιού» οδήγησε την Εύα συνειρμικά στην ταινία Le Ballon rouge. Οι ξιφολόγχες ανέσυραν στη μνήμη της κ. Παπαδήμα τη φρίκη που περιγράφει ο António Lobo Antunes στο έργο του Όταν οι πέτρες γίνουν ελαφρύτερες από το νερό. H φράση ambulante la frontière («περιφερόμενα σύνορα») οδήγησε τον Πολυζώη σε έναν διάλογο με την ελληνική ποίηση, φέρνοντας στον νου τον «ασθενοφόρο ήχο» του Ελύτη και τον «ασθενοφόρο πόνο» της Δημουλά. Το κάρβουνο που «σκόρπιζε αιθάλη στον αέρα», τα φουγάρα και οι υψικάμινοι ανακαλούσαν προσωπικές μνήμες στη Σοφία και τη Ματίνα. Οι σκέψεις και οι αναφορές αυτές, αλλά και άλλες πολλές, που η ομαδική μετάφραση έδινε τον χώρο και την ελευθερία να διατυπωθούν μεγαλόφωνα, εμπλούτισαν την οπτική και την προσέγγισή μας σε κάθε λέξη και τη σημασία της, και διεύρυναν τον ορίζοντα ερμηνείας του κειμένου και την οπτική όλων.
Οι συζητήσεις μας περιστρέφονταν γύρω από μεταφραστικά ζητήματα που αντιστέκονταν στις εύκολες λύσεις, όπως η πολύσημη προσωπική αντωνυμία «on» ή η χρήση των απαρεμφάτων. Στις διαφωνίες και τις διαφορετικές προσεγγίσεις που υπήρξαν, συνήθως, η λύση προέκυπτε από τη σύνθεση των ιδεών μας: μια πρόταση που φαινόταν ημιτελής στα χέρια ενός μέλους ολοκληρωνόταν χάρη σε μια λέξη ή μια παρατήρηση κάποιου άλλου. Έτσι βιώναμε στην πράξη αυτό που η κυρία Παπαδήμα είχε επισημάνει πολύ εύστοχα: «η λέξη που λείπει σε κάποιον, περισσεύει σε κάποιον άλλον».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφορετικής οπτικής που έφερνε κάθε μέλος της ομάδας είναι ένα χωρίο που βασιζόταν σε ένα σχεδόν μη μεταφράσιμο λογοπαίγνιο με τις λέξεις mot και mort (λέξη και θάνατος), στην πρόταση « avec des mots errant vers l'essoufflement / entre mot et mort erre une consonne essoufflante / »
Στην περίπτωση αυτή φάνηκε καθαρά ότι καθένας μας προσέγγιζε το κείμενο από διαφορετική αφετηρία.
Ο Πολυζώης προσπάθησε να διατηρήσει την υλικότητα του κειμένου και τη σύνδεσή του με τον θάνατο, προτείνοντας τη λέξη «ρόγχος», ενώ παράλληλα ανέδειξε πιθανές φιλοσοφικές και διακειμενικές συνδέσεις του αποσπάσματος. Η Εύα κινήθηκε πιο δημιουργικά, αναζητώντας νέα λογοπαίγνια στα ελληνικά, με προτάσεις όπως «λέξη και λήξη» ή «αναπνοή και εκπνοή». Η Χριστίνα έδωσε έμφαση στη σημασιολογική συγγένεια των λέξεων, προτείνοντας τη σύνδεση «λέξη και λήθη». Η Παναγιώτα επέλεξε μια προσέγγιση πιο πιστή στο πρωτότυπο, μένοντας κοντά στη σύνταξη και στις εικόνες του. Η Ματίνα αναζήτησε λύσεις που διατηρούσαν την ποιητικότητα και τον ρυθμό του στίχου, ενώ η Σοφία προσπάθησε να μεταφέρει την ιδέα της εύθραυστης μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο μέσω της εικόνας της πνοής.
Καμία από τις επιμέρους προτάσεις δεν έλυνε από μόνη της όλα τα προβλήματα του αποσπάσματος. Η προσωρινή λύση «με λέξεις που περιπλανώνται πριν εκπνεύσουν / ανάμεσα στις λέξεις /και το θάνατο μια πνοή πλανάται» διαμορφώθηκε μέσα από τη συζήτηση, αλλά η τελική λύση δόθηκε αρκετά αργότερα από την Ιωάννα που εξ ανάγκης είχε πιο αποστασιοποιημένη οπτική.
«με λέξεις που περιπλανώνται προς την τελευταία τους πνοή/ανάμεσα στις λέξεις πλανάται το θήτα του θανάτου»
Στη λύση που δόθηκε συνδυάζονται στοιχεία από διαφορετικές προσεγγίσεις: διατηρείται η αναφορά στον θάνατο, αξιοποιείται το γράμμα θήτα ως ηχητικό και οπτικό ισοδύναμο του γαλλικού συμφώνου και επιτρέπεται στο λογοπαίγνιο να λειτουργήσει μέσα στα όρια της ελληνικής γλώσσας.
Ο Frontalier γινόταν Συνοριακοί, κι εμείς δουλεύαμε δίπλα σε έναν άνθρωπο που ξέρει ακριβώς τι κάνει όταν μεταφράζει και που αγαπάει να διδάσκει. Διδαχθήκαμε και ο ένας από τον άλλο. Ζήσαμε τη διαπροσωπική επικοινωνία της ομάδας σε μια από τις καλύτερες και πιο αναζωογονητικές της όψεις και όλες και όλοι παίρναμε δύναμη από αυτή τη μετάφραση. Κρατούσε στην καθημερινότητά μας την αγάπη μας για τη μετάφραση και την ομορφιά της.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, οι εβδομάδες πέρασαν, η μετάφραση ολοκληρώθηκε, οι διπλωματικές προχωρούσαν και το καλοκαίρι έγινε, με ανταλλαγές email αυτή τη φορά, η πρώτη επιμέλεια ολόκληρου του κειμένου. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2025 η κυρία Παπαδήμα και η Ιωάννα έκαναν την τελική επιμέλεια, ο Πολυζώης σκέφτηκε το όνομα της ομάδας: p.ol.i.s.e.m.m.i.c. και μας πρόσφερε μια ομαδική ταυτότητα και η κυρία Παπαδήμα, μετά από συζήτηση με τον κύριο Πορτάντ, κατέληξε στον τίτλο του βιβλίου.
Τον Οκτώβριο πήραμε στα χέρια μας ένα βιβλίο που μας εντυπωσίασε από την πρώτη ματιά και που αγαπούσαμε έτσι κι αλλιώς για πολλούς λόγους. Για τους περισσότερους ήταν η πρώτη μας μετάφραση τυπωμένη σε βιβλίο, για όλους ήταν το αποτέλεσμα μιας όμορφης διαδρομής και μιας εμπειρίας που θα θυμόμαστε με χαρά, ευγνωμοσύνη και περηφάνια, όχι απαραίτητα για τη μετάφραση που κάναμε - αυτή ελπίζουμε να κριθεί από τους αναγνώστες της - αλλά για αυτούς τους εννιά εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους που συνυπήρξαν, ζυμώθηκαν και έφεραν τον Frontalier «σε αυτή τη μεριά των συνόρων» για να γίνει Οι Συνοριακοί.
Σοφία Σαββουλίδου – Ματίνα Τσιμπόγλου
Σε δεύτερο χρόνο…
Στον καθένα από εμάς οι Συνοριακοί άγγιξαν κάτι διαφορετικό. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας κάποιους δικούς μου συνειρμούς.
Πριν από περισσότερο από ένα χρόνο, όταν επεξεργαζόμασταν τη σελίδα 29 του Frontalier, υπήρχε μια πρόταση, λίγες λέξεις που έπεσαν σαν βότσαλο μέσα στο μυαλό μου, και έκαναν κυματάκια που μου έλεγαν ότι κάτι πολύ δικό μου έπρεπε να θυμηθώ.
Ήταν αυτό το απόσπασμα: «Rien ne me retient ici / comme si j'étais un étranger et je suis un étranger / étranger par filiation / étranger par procuration /» και συγκεκριμένα το «comme si j’étais un étranger et je suis un étranger», «σαν να ήμουν ξένος και είμαι ξένος». Θυμάμαι ότι άκουγα τις μεταφραστικές προτάσεις των υπολοίπων για αυτό το πολύ απλό σημείο και εγώ είχα κολλήσει και δυσκολευόμουν να προχωρήσω παρακάτω. Μερικούς μήνες αργότερα εμφανίστηκε η πρώτη άγκυρα:
Κ.Π. Καβάφης, «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.»
[...]
Κι εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Αόριστα, αισθάνομουν
σαν να ’φευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
«Να ’το», σκέφτηκα, «αυτό μου θύμιζε! “Ξένος εγώ, ξένος πολύ”». Αλλά πάλι συνέχιζαν τα κυματάκια…
Πέρασε ένας χρόνος, ήρθε το Πάσχα του 2026 και τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Ιωσήφ έλεγε στον Πιλάτο για να του ζητήσει το σώμα του Ιησού:
Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον.
«Εντάξει», είπα, «αυτό έλειπε φαίνεται!» και έκλεισα το κεφάλαιο στο μυαλό μου, με μια μικρή επιφύλαξη ότι πάλι, κάτι ακόμη υπήρχε…
Πριν από λίγες εβδομάδες, προετοιμάζοντας την παρουσίαση των Συνοριακών για μια ημερίδα στο Πανεπιστήμιο και ενώ παράλληλα διόρθωνα ένα βιβλίο με παραδοσιακά τραγούδια από την Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας, ήρθε το τελευταίο κομμάτι:
Ξένος εδώ, ξένος κι εκεί, κι όπου κι αν πάω ξένος,
μ’ αν πάω και στον τόπο μου, κι εκεί ξενιτεμένος.
Δίστιχο παραδοσιακό, διαδεδομένο σε διάφορες παραλλαγές σε όλο τον ελληνικό κόσμο, το οποίο, στο δικό μου το μυαλό, ολοκλήρωσε και συνόψισε το ταξίδι μου με τον ξένο του Πορτάντ. Είχε κλείσει ο δικός μου κύκλος…
Σχεδόν για ένα χρόνο, αυτό το κείμενο και αυτή η εμπειρία δούλευε και περίμενε. Διότι αυτά που ο Πορτάντ έγραψε και αυτά που η ομάδα έδωσε διασχίζουν πράγματι τα στρώματα του χρόνου και τους κόσμους, αφορούν όλους τους ανθρώπους, όλα τα περιβάλλοντα, όλα τα πλαίσια. Είναι η εμπειρία και το βίωμα όλων των μεταναστών, των προσφύγων, των εργατών που λιώνουν σε στοές και καμίνια, των υπαλλήλων που ξοδεύονται σε ατέλειωτες ουρές αυτοκινήτων, των παιδιών που φεύγουν για «αλλού» και δεν χρειάζονται πια τόπο και των παιδιών που έζησαν έτσι που κανένας τόπος δεν τους φτάνει κατά βάθος, και κανένας χρόνος.
Κι όμως, ο Αινείας τελικά έφτασε. Εμείς όλοι, παιδιά και εγγόνια μεταναστών και προσφύγων και εργατών και ανθρώπων που έζησαν τον πόλεμο, εργαζόμενοι οι ίδιοι, κολλημένοι στην κίνηση κάθε μέρα, περνάμε τα σύνορα των χωρών και των χρόνων και ταξιδεύουμε ακόμη, όλοι μαζί. Όπως τα πρόσωπα και οι φωνές του Frontalier που συνεχίζουν, και βρέθηκαν να μιλάνε εκτός από τις γλώσσες της συκιάς, της αμυγδαλιάς και της μηλιάς και τη γλώσσα της ελιάς, στη χώρα των Συνοριακών.
Ματίνα Τσιμπόγλου
FR
Frontaliers/Συνοριακοί – Présentation du 10/06/2026
À l’automne 2024, alors que nous étions au troisième semestre de nos études de master, la professeure émérite Maria Papadima nous a fait part d’une découverte littéraire qu’elle venait de faire. Au cours d’un séjour au Luxembourg, elle avait repéré un monologue théâtral poétique singulier intitulé Frontalier, qu’elle nous a proposé de traduire collectivement dans le cadre d’un atelier bénévole. Elle se chargerait de l’encadrement et de la coordination du groupe, l’objectif ultime étant d’offrir une perspective professionnelle à travers la publication de l’œuvre. Six étudiantes, un étudiant du master ainsi qu’une doctorante du Département de langue et littérature françaises de l’Université nationale et capodistrienne d’Athènes (NKUA) ont répondu favorablement à sa proposition.
Les neuf membres de notre groupe étaient d’âges divers et issus d’ancrages variés, dotés de références ainsi que de parcours académiques et professionnels multiples. Grâce à notre cheminement commun au sein de nos études en traduction, encadrés par les mêmes professeurs, nous, les huit étudiants, avions d'ores et déjà forgé un code de communication commun et une conception partagée du processus traductif, tout en cultivant un respect mutuel à l'égard de l'idiosyncrasie traductive de chacun. Par ailleurs, à cette période en particulier, nos priorités convergeaient grandement : il nous fallait rédiger nos mémoires en master.
Lors des cours de traduction de la littérature et de l’essai francophones que nous avions suivis, le processus de traduction aboutissait généralement à des textes portant l’empreinte personnelle de chaque étudiant. En classe, nous débattions des textes sources et exposions nos choix de traduction. Néanmoins, chacun élaborait en définitive sa propre version y intégrant les remaniements que chacune ou chacun jugeait opportuns pour son propre texte. Ainsi, la diversité des participants se reflétait dans des lectures alternatives, des partis pris lexicaux et stylistiques distincts et, finalement, dans les multiples traductions d’un seul et même texte.
Au sein du groupe du Frontalier, l’enjeu était d'éclairer sous de multiples prismes l'œuvre polyphonique singulière que nous avions à traduire. L’objectif était d’en approfondir le décodage, d’en élargir les perspectives d’approche et de produire un texte unifié respectant à la fois les conventions et les spécificités du texte source.
Nos réunions seraient hebdomadaires et obligatoires pour tous. Avant d’entamer l’œuvre traductive, nous avions défini de visionner la captation théâtrale de l’œuvre, par Jacques Bonnaffé, disponible sur YouTube, ainsi qu’une lecture intégrale du texte afin d’assurer la participation active à chaque séance. Le protocole de collaboration, bien qu’informel, a été défini d’emblée et le texte a été scindé en huit parties. Chacun soumettrait à la discussion du groupe la traduction de l’extrait dont il avait la charge, tandis que les autres proposeraient leurs idées pour les passages difficiles ou ambigus. Les décisions finales seraient prises à la majorité. Le rapporteur de chaque extrait se devait consigner les choix retenus et transmettre à tous la version finalisée afin que celle-ci soit prise en compte dans la traduction des passages ultérieurs.
Dans notre traduction, nous nous sommes efforcés de transposer en grec la poéticité singulière du texte français : préserver les allitérations qui le caractérisent — « personne ne barre la route / personne ne baisse la barrière / ah que de routes barrées » — ainsi que les fréquentes assonances — « à la surface tout est lisse / même sur l’écran de la télé tout est lisse / lisse comme Ulysse » ; préserver les répétitions de mots et d’expressions, toujours importantes — « Hagondange Knutange / anges anges / mais il y a le démon de Cattenom / anges anges » ; restituer les jeux de mots — « et quand ce n’est pas un mur c’est la mer / une simple voyelle change / mur mer » ; et respecter la ponctuation dictée par l’auteur, notamment ce découpage atypique des vers par des barres obliques qui épouse son propre souffle.
Au fil de dix rencontres en présentiel, entre la fin janvier et la mi-mars 2025, la phase de traduction s’est achevée. Polyzois s’est chargé d’agencer le texte de manière à repérer d’emblée les répétitions. L’interprétation de Jacques Bonnaffé nous a éclairé sur certains passages qui nous paraissaient obscurs. Quant à Ioulia, en sa qualité de comédienne professionnelle, elle nous rappelait souvent la dimension scénique du texte, en accordant une attention particulière à l’énonciation. La rigueur et la constance de chacun ont donné à notre travail le rythme qu’exige une véritable œuvre de traduction au-delà du cadre académique.
Les mots et les locutions suscitaient des associations d’idées révélant les différents itinéraires de lecture que chaque membre de l’équipe empruntait. Ainsi, « le ballon qui glisse des mains d’un enfant » conduit spontanément Éva au film Le Ballon rouge. Les baïonnettes ont ravivé à Mme Papadima l’horreur décrite par António Lobo Antunes dans Quand les pierres deviennent plus légères que l’eau. L’expression « ambulante la frontière » a amené Polyzois à engager un dialogue avec la poésie grecque, en convoquant le « son ambulancier » d’Odysseas Elytis et la « douleur ambulancière » de Kiki Dimoula. Les cheminées et les hauts-fourneaux qui « envoyaient leur fumée épaisse dans l'air » ont fait ressurgir quant à eux des souvenirs personnels chez Sofia et Matina.
Toutes ces réflexions, ces références et bien d’autres encore, que la traduction collective nous offrait la liberté d’exprimer à voix haute, enrichissaient notre regard sur chaque mot et sur sa portée. Elles élargissaient également l’horizon interprétatif du texte et transformaient la perception de chacun.
Nos discussions portaient souvent sur des problématiques de traduction qui résistaient aux solutions faciles, à l’instar de la polysémie du pronom personnel « on » ou de l’emploi des infinitifs. Face aux désaccords ou divergences d’approche qui surgissaient, la solution découlait généralement de la synthèse de nos idées : une proposition qui paraissait inachevée entre les mains d’un membre trouvait son accomplissement grâce à un mot ou à une remarque formulée par un autre. Nous faisions alors l’expérience concrète de ce que Mme Papadima avait formulé avec beaucoup de justesse :
« Le mot qui fait défaut à l’un abonde chez l’autre »
Un exemple particulièrement révélateur de la perspective singulière de chaque membre du groupe concerne un passage fondé sur un jeu de mots presque intraduisible entre mot et mort, dans l’extrait :
« avec des mots errant vers l’essoufflement / entre mot et mort erre une consonne essoufflante »
Dans ce cas, il est apparu de manière flagrante que chacun d’entre nous abordait le texte depuis un ancrage différent.
Polyzois s’est efforcé de préserver la matérialité du texte et son lien avec la mort, en proposant notamment le mot grec désignant le « râle », tout en mettant en exergue les éventuelles résonances philosophiques et intertextuelles du passage. Éva a déployé une démarche plus créative, en quête de nouveaux jeux de mots en grec, avançant des propositions telles que « mot et fin [léxi – lixi] » ou encore « inspiration et expiration » [anapnoï – ekpnoï] ». Christina a accentué la proximité sémantique des termes, en explorant d’autres associations possibles. Panagiota a opté pour une approche plus fidèle à l’original, restant proche à la syntaxe et des images du texte. Matina, quant à elle, a recherché des solutions permettant de préserver la poéticité et la cadence du vers, tandis que Sofia s’est attachée à restituer l’idée de la transition fragile de la vie à la mort par le biais de l’image du souffle.
Aucune de ces propositions ne permettait à elle seule de résoudre les difficultés de l’extrait. Une première solution provisoire fut élaborée collectivement au fil des échanges. Cependant, la solution définitive n’apparut que beaucoup plus tard, grâce à Ioanna qui intervenant à un stade ultérieur, bénéficiait d’un regard plus distancié.
Le choix final allie plusieurs pistes de réflexion : la thématique de la mort est sauvegardée, tandis que la lettre thêta (θ) — initiale du mot thanatos (la mort) en grec — est mobilisée pour faire écho, tant sur le plan sonore que sur le plan visuel, à la consonne française. Cette astuce permet au jeu de mots de résonner de manière tout à fait naturelle au sein des frontières de la langue grecque.
Peu à peu, Frontalier devenait Συνοριακοί [sinoriaki], et nous travaillions aux côtés d’une personne qui sait exactement ce qu’elle fait lorsqu’elle traduit et qui nourrit une profonde passion pour l'enseignement. Nous avons beaucoup appris auprès d’elle, nous avons par ailleurs beaucoup appris les uns par les autres. Nous avons fait l’expérience de la communication au sein d’un groupe dans ce qu’un tel échange a de plus fécond et de plus stimulant. Cette traduction nous donnait à tous de l’énergie. Celle-ci préservait au cœur de notre quotidien notre amour pour la traduction et notre admiration pour sa beauté.
Dans un tel climat, les semaines se sont écoulées, la traduction avançait, nos mémoires progressaient et, au cours de l’été, par le biais d’échanges de courriels cette fois, s’est opérée la première relecture de l’ensemble du texte.
Au cours de l’été et de l’automne 2025, Mme Papadima et Ioanna ont réalisé la relecture finale. Polyzois a forgé le nom du groupe — p.ol.i.s.e.m.m.i.c. — nous dotant ainsi d’une identité collective. Après une discussion avec M. Portante, Mme Papadima s’est accordée également sur le titre définitif de l’ouvrage.
En octobre, nous avons eu enfin entre les mains un livre qui nous a éblouis au premier regard et auquel nous étions déjà attachés pour maintes raisons. Pour la plupart d’entre nous, il s’agissait de notre première traduction publiée. Pour tous, c’était l’aboutissement d’un beau parcours et d’une expérience que nous remémorerons avec joie, gratitude et fierté. Non pas tant pour la traduction elle-même —que nous laissons à l'appréciation de ses lecteurs — mais bien pour ces neuf personnes fondamentalement singulières qui ont travaillé ensemble, se sont enrichies mutuellement et ont fait passer Frontalier « de ce côté-ci des frontières » afin qu’il devienne Συνοριακοί.
Sofia Savvoulidou – Matina Tsimpoglou
Dans un second temps…
Συνοριακοί a réveillé quelque chose de différent pour chacun d’entre nous. J’aimerais partager avec vous quelques-unes de mes propres associations d’idées.
Il y a plus d’un an de cela, alors que nous penchions sur la page 29 de Frontalier, une phrase, quelques mots seulement, tomba tel un galet dans mon esprit, provoquant des ondes qui me murmuraient qu’il me fallait raviver un souvenir profondément intime.
Il s’agissait de cet extrait :
« Rien ne me retient ici / comme si j’étais un étranger et je suis un étranger / étranger par filiation / étranger par procuration »,
et plus particulièrement de ce vers :
« comme si j’étais un étranger et je suis un étranger ».
Je me rappelle avoir écouté les propositions de traduction de mes camarades pour ce passage en apparence si simple, tandis que moi, je restais peinant à passer à la suite.
Quelques mois plus tard est apparu une première ancre.
C. P. Cavafy, Myris ; Alexandrie, 340 après J.-C.
[...]
Et soudain s’empara de moi une étrange impression.
Confusément, je sentais
que Myris s’éloignait de moi ;
je sentais qu’étant devenu chrétien,
il rejoignait les siens, tandis que moi
je devenais étranger, étranger profondément ;
et déjà un doute s’approchait de moi :
peut-être m’étais-je trompé
sous l’emprise de ma passion,
et peut-être lui avais-je toujours été étranger...
« Voilà ! », me suis-je dit. « C’est ce que cela me rappelait : “étranger, étranger profondément”. »
Mais les ondes continuaient de se propager…
Une année est passée. Puis est venu Pâques 2026.
Le Vendredi saint, Joseph d’Arimathie s’adressait à Pilate pour lui demander le corps du Christ :
Donne-moi cet étranger,
celui qui, dès son enfance, a vécu en étranger dans le monde.
Donne-moi cet étranger,
que les siens, dans leur haine, mettent à mort comme un étranger.
Donne-moi cet étranger,
dont la mort étrange me laisse dans l’étonnement.
« D’accord », me suis-je dit, « c’était donc ce qui manquait ! »
Et j’ai clos ce chapitre dans mon esprit, tout en gardant une légère réserve.
Puis, il y a quelques semaines, alors que je préparais la présentation de Συνοριακοί pour une journée d’études à l’université et que je révisais simultanément un recueil de chansons traditionnelles provenant d’Halicarnasse, en Asie Mineure, la dernière pièce du puzzle est apparue :
Étranger ici, étranger là-bas,
étranger partout où que j’aille ;
et même lorsque je retourne dans mon pays,
j’y demeure un étranger.
Ce distique traditionnel, répandu sous de diverses variantes à travers le monde grec, est venu dans mon esprit, achever et résumer mon propre voyage avec l’étranger de Jean Portante.
La boucle était bouclée
Pendant près d’un an, ce texte et cette expérience ont poursuivi leur œuvre silencieuse. Ils ont patienté.
Car ce qu’a écrit Portante et ce que notre groupe a apporté à travers la traduction traversent véritablement les couches du temps et les différents mondes. Ils s’adressent à tous les êtres, à tous les lieux, à tous les contextes.
C’est l’expérience et le vécu des migrants, des réfugiés, des ouvriers qui se consument dans les galeries et les hauts-fourneaux ; des employés qui consument leur vie dans d’interminables files de voitures ; des enfants qui partent pour un « ailleurs » et n’ont plus besoin d’aucun lieu ; mais aussi de ceux qui ont vécu de telle manière qu’aucun lieu ne leur suffit réellement ni aucun temps
Et pourtant, Énée a fini par arriver à sa destination.
Nous tous, enfants et petits-enfants d’immigrés, de réfugiés, d’ouvriers et d’hommes et de femmes qui ont connu la guerre, travailleurs nous-mêmes, coincés chaque jour dans les embouteillages, nous continuons à franchir les frontières des pays et des époques ; nous continuons à voyager ensemble.
À l’image des personnages et des voix de Frontalier, qui poursuivent leur route et qui se sont retrouvés à parler, outre les langues du figuier, de l’amandier et du pommier, la langue de l’olivier, dans le pays des Συνοριακοί.
Matina Tsimpoglou